
(Βιβλίο Πρώτο, στίχοι 452 - 567) | |
ελεύθερη απόδοση πάνω στα μονοπάτια του λατινικού κειμένου: | |
Αλκιβιάδης Μιχάλης Κωνσταντόπουλος | |
Απαραίτητες διευκρινίσεις για τη μετάφραση των στίχων από τα Λατινικά: | |
Η μετάφραση έμεινε όσο πιστή χρειαζόταν για να μην υπάρξουν αμφιβολίες σχετικές με το αν το τέκνο της είναι προϊόν της μόνιμης σχέσης της με το πρωτότυπο ή νόθο από τον παράνομο έρωτα της ποίησης. | |
| |
| |
Τη Δάφνη πρωταγάπησε κάποτε ο Απόλλων, | |
που από θυμό τον έσπρωξε ο Έρωτας σε εκείνη. | |
Όταν ο Φοίβος σκότωσε το Δράκο και χαιρόταν, | |
τον Έρωτα ειρωνεύθηκε, για τα δικά του βέλη. | |
«Τι θες, εσύ, μικρό παιδί κι έχεις τέτοια όπλα; | |
Αυτά μόνο ταιριάζουνε στους ώμους τους δικούς μου. | |
Εγώ μπορώ τον κάθε εχθρό με αυτά να εξοντώνω. | |
Πριν από λίγο ξάπλωσα τον Πύθωνα στο χώμα, | |
και τον τεράστιο όγκο του τον γέμισα σαΐτες. | |
Να μην ανακατεύεσαι με τα δικά μου όπλα | |
και μη ζητάς να σ' επαινούν για τις δικές μου χάρες. | |
Μείνε με τη λαμπάδα σου, αγάπες να φουντώνεις.» | |
Αμέσως ανταπάντησε ο γιος της Αφροδίτης. | |
«Εσύ, που όλους τους στόχους σου με βέλη σημαδεύεις | |
και κάθε πλάσμα ζωντανό στο έδαφος ξαπλώνεις, | |
πάντα θα υπολείπεσαι της δόξας της δικής μου, | |
κι ετοιμάσου να δεχτείς τα ερωτικά μου βέλη.» | |
Με τα φτερά του πέταξε σκίζοντας τον αέρα | |
κι απ' την κορφή του Παρνασσού στρώθηκε στο σημάδι. | |
Απ' τις χορδές του τόξου του έφυγαν δυο σαΐτες, | |
που η μια σβήνει τον έρωτα κι η άλλη τον ανάβει. | |
Η δεύτερη, η ολόχρυση, με αιχμηρή τη μύτη | |
κάρφωσε τον Απόλλωνα και του ανάβει πόθο. | |
Η πρώτη, που ήταν χάλκινη με μύτη στομωμένη | |
στη Δάφνη πάνω κάρφωσε, στου Πηνειού την κόρη. | |
Ο Απόλλων ερωτεύεται την όμορφη τη Νύμφη, | |
μα αυτή δεν καταδέχεται να μάθει το όνομά του, | |
και μοναχή της κυνηγά αγρίμια μες στο δάσος | |
με μια ταινία στα μαλλιά, στην Άρτεμη να μοιάζει. | |
Πολλοί την ερωτεύτηκαν. Μα εκείνη δε νοιαζόταν | |
για ειδύλλια και παντρειές και τους απέφευγε όλους | |
Ευχαριστιόταν μοναχή στα δάση να πλανιέται. | |
Κάποια φορά την πίεσε ο γέρος της πατέρας | |
«Ήρθε η ώρα, κόρη μου, να δω κι εγώ εγγόνια.» | |
Κι εκείνη που δεν ήθελε τις τελετές του γάμου, | |
με κόκκινο το πρόσωπο απ' της ντροπής το χρώμα, | |
απ' το λαιμό αγκάλιασε τον Πηνειό και είπε: | |
«Πατέρα, σε παρακαλώ, άσε με αγνή να ζήσω, | |
σαν τη Θεά την Άρτεμη, για πάντα στη ζωή μου.» | |
Συμφώνησε ο γέροντας. Όμως η ομορφιά της | |
δεν την αφήνει να γευτεί αυτό που επιθυμούσε. | |
Ο Απόλλωνας την αγαπά. Θέλει να την κερδίσει. | |
Γυρεύει ανταπόκριση, μα όλα τον προδίδουν | |
κι η μαντική η τέχνη του ανώφελη του είναι. | |
Όπως αρπάζουνε φωτιά τα καλαμένια στάχυα, | |
από δαδί που άτυχα πλησίασε το φράχτη | |
ή το ‘ριξε απρόσεχτα, σαν έφεξε η μέρα, | |
διαβάτης κι άρπαξε φωτιά και φούντωσε η φλόγα | |
έτσι φλογίζεται ο θεός, καίγεται η καρδιά του | |
γιατί εκεί μέσα κατοικεί ο μάταιος ερωτάς του. | |
Βλέπει τα αστόλιστα μαλλιά να χύνονται στους ώμους | |
-αλήθεια πώς να έμοιαζαν σαν θα ‘ταν στολισμένα;- | |
Τα μάτια της παρατηρεί, που λάμπουνε σαν άστρα. | |
Τα δάχτυλα, τα χέρια της με τα γυμνά της μπράτσα | |
και το μικρό το στόμα της, -τι μάταιο να βλέπει! | |
Με το μυαλό φαντάζεται και τα κρυφά της μέρη. | |
Η Δάφνη φεύγει γρήγορα όταν τον συναντάει. | |
Δεν κάθεται ούτε λεπτό τα λόγια του ν' ακούσει. | |
«Σε ικετεύω, Νύμφη μου, μείνε! Δεν είμ' εχθρός σου. | |
Μην τρέχεις όπως φεύγουνε τα αρνιά μπροστά στο λύκο, | |
τα ελάφια μπρος στο λέοντα κι όπως τα περιστέρια | |
με τα τρεμάμενα φτερά μπρος στ' αετού τη θέα. | |
Εκείνα έχουν πίσω τους καθένα τον εχθρό του, | |
όμως εσύ ξοπίσω σου τον ερωτά μου έχεις. | |
Φυλάξου να μην γκρεμιστείς και πέσεις στα αγκάθια | |
και χαραχτούν οι γάμπες σου μ' αταίριαστα σημάδια | |
και προκαλέσω άθελα τέτοιο δικό σου πόνο. | |
Μην είσαι τόσο βιαστική! Σταμάτα να φοβάσαι, | |
θα περπατάω πίσω σου αν πάψεις τη φυγή σου. | |
Να μάθεις δε με ρώτησες ποιο είναι το όνομά μου. | |
Δεν είμαι εγώ απ' τα βουνά, μα ούτε και τσοπάνος | |
να βόσκω τα κοπάδια μου σε τούτα εδώ τα μέρη. | |
Αν ήξερες ποιος ήμουνα δε θα ‘τρεχες καθόλου. | |
Δική μου η χώρα των Δελφών, η Τένεδος κι η Κλάρος, | |
κι εμένα όλοι προσκυνούν στην πόλη των Πατάρων. | |
Ο Δίας είν' πατέρας μου, κι εγώ αποκαλύπτω | |
μελλούμενα και τωρινά κι αυταά που έχουν γίνει. | |
Με τις χορδές της λύρας μου δένονται τα τραγούδια. | |
Τα βέλη μου αλάθευτα, βρίσκουν παντού το στόχο, | |
όπως αυτό που άνοιξε πληγή μες στην καρδιά μου. | |
Την ιατρική ανακάλυψα κι ο κόσμος με ικετεύει, | |
στα χέρια μου τα βότανα βρίσκουν τη δύναμή τους, | |
μα βότανο δε βρίσκεται τον έρωτα να γιάνει | |
κι όλες οι τέχνες άχρηστες είναι για μένα τώρα.» | |
Θα ‘λεγε περισσότερα, μα η Πηνειίδα Νύμφη | |
τα λόγια του δεν κάθισε ούτε στιγμή ν' ακούσει, | |
και προσπαθούσε να σωθεί με βήμα φοβισμένο. | |
Ο αέρας, καθώς έτρεχε, γύμνωνε το κορμί της, | |
το ρούχο της ανέμιζε. Και τα λυτά μαλλιά της | |
η αύρα με απαλές πνοές τα 'στελνε προς τα πίσω. | |
Και η φυγή την έκανε πιο όμορφη να μοιάζει. | |
Ο Απόλλωνας, μη θέλοντας τα κάλλη της να χάσει, | |
με βήμα που όλο φούντωνε όπως κι ο ερωτάς του, | |
τα χνάρια της ακολουθεί, πατάει όπου πατούσε. | |
Κι έμοιαζαν σκύλος με λαγό που τρέχουν στο λιβάδι. | |
Ο σκύλος τρέχει ορμητικά το θήραμα μη χάσει | |
και ο λαγός με τη φυγή γυρεύει σωτηρία. | |
Ο σκύλος κάθε π' ακουμπά το θύμα του στα πόδια | |
νομίζει πως τα δόντια του μπορούν να το αρπάξουν. | |
Μα κι ο λαγός πως θα πιαστεί δε θέλει να πιστέψει | |
και με ύστατη προσπάθεια τη σύλληψη αποφεύγει. | |
Όμοια η Νύμφη κι ο Θεός, τρέχουν σαν τα αγρίμια, | |
εκείνος απ' τον έρωτα κι εκείνη από το φόβο. | |
Του δίνει ο έρωτας φτερά, αναπνοή δεν παίρνει, | |
την πλάτη της πλησίασε, μπορεί να την αγγίξει | |
και των μαλλιών της τ' άρωμα ρουφά με κάθ' ανάσα. | |
Η Νύμφη πια ανήμπορη ωχρή και κουρασμένη | |
απ' την προσπάθεια της φυγής, νιώθει πως δεν αντέχει. | |
Στο ρέμα που συνάντησε κάνει την προσευχή της. | |
«Πατέρα, αν έχουν δύναμη ακόμη τα ποτάμια | |
βοήθα με και άλλαξε την όμορφη θωριά μου | |
γιατί αιτία είναι αυτή της περιπέτειάς μου.» | |
Σαν τέλειωσε η προσευχή, μούδιασε το κορμί της, | |
φλοιός λεπτός της κάλυψε τα δροσερά της στήθη. | |
Τα χέρια έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα, | |
τα πόδια της τα γρήγορα στη γη βαθιά ριζώσαν. | |
Το πρόσωπό της σκέπασε η φυλλωσιά του θάμνου | |
κι από όλη της την ομορφιά απόμεινε η λάμψη. | |
Μα ο Θεός δεν έπαψε και τώρα να τη θέλει. | |
Το δέντρο σαν πλησίασε τ' αγγίζει με το χέρι | |
και κάτω απ' το λεπτό φλοιό ακούει την καρδιά της. | |
Σφιχταγκαλιάζει τα κλαδιά, φιλάει τον κορμό της | |
-σαν να ‘χε σάρκα και οστά- μ' αυτός τον αποφεύγει. | |
«Αφού γυναίκα δεν μπορείς να γίνεις πια δική μου, | |
το δέντρο τώρα που ‘γινες αιώνια θα μ' ανήκει. | |
Στεφάνι θα σε βάζω εγώ επάνω στα μαλλιά μου, | |
στολίδι και στη λύρα μου και γύρω απ' τη φαρέτρα | |
και τους Ρωμαίους στρατηγούς, εσύ θα συνοδεύεις, | |
όταν με ατέλειωτες πομπές το θρίαμβο θα ψάλλουν | |
και θ' αντηχούν στο Λάτιο χαρμόσυνα τραγούδια. | |
Σαν τα μαλλιά μου που ποτέ δε γνώρισαν ψαλίδι | |
και το κεφάλι μου ανθηρό για πάντα το κρατάνε, | |
έτσι κι εσύ τα φύλλα σου ποτέ σου δε θα χάνεις.» | |
Κούνησε η Δάφνη την κορφή όπως ένα κεφάλι | |
που γνέφει καταφατικά, δείγμα πως συμφωνούσε. |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου