Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

ΙΧΩΡ

χώρ νομάζεται αθέριος χυμός, ρέων στίς φλέβες τν θεν . μηρος στήν λιάδα, ραψωδία 340 γράφει : «ρέε δ’ μβροτον αμα θέοιο , χώρ , οός πέρ τέ ρέει μακάρεσσι θεοίσιν».

Εναι τό δατδες μέρος τν ζωικν χυμν, το αματος, τς χολς, το γάλακτος, ς τό ρός.

πί σης χρησιμοποιεται γιά νά δηλώσει πί φθαρμένων καί ρυπαρν χυμν πύον, «μπυον λη». Ατή γρά πυώδης λη, δύσοσμος καί ποπράσινη, παραγόμενη κ τν πί τς πιφανείας το δέρματος παραμελημένων τραυμάτων καί λκν τή πενεργεία σηψιγόνων βακτηριδίων.

Πλάτων σέ μετάφρασι γράφει : « χώρ, τό γρόν, ρός το αματος εναι παλός, τς μαύρης καί τς ξείας χολς εναι δριμύς, ταν ναμειγνύεται νεκα θερμότητος μέ λμυρά συστατικά, τότε τό νομάζουμε ξύ φλέγμα». (Πλάτων – Τίμαιος 39.3)

ριστοτέλης : «χώρ στι καί τό δατδες το αματος, διά τό μήπω πεπέφθαι διεφθάρθαι».(Αριστ. Ζ.Μ, β4)

Τό σεσηπός αμα. τυμολογεται πό το σχω, τό λεπτύνω, σχώρ καί χώρ, τό λεπτύνον τό σμα ν τ καταστάζειν.

Πηγές : τυμολογικόν Μέγα, Λεξικόν liddell&scott, Λεξικόν λίου, ν τή λέξει Λόγος.

Στήν Μυθολογία μας, χώρ ρεε στούς θάνατους θεούς, σέ σύγκρισι μέ τούς θνητούς. Προφανς κάποια μορφή συνδέσεως θά βρίσκεται μέ τήν διότητα τς σήψεως. χώρ χει σχέσι μέ τήν θερμότητα καί μλλον τό νόημα το χει νά κάνει καί μέ ατό.π σης χρ λέγετο τι ρρεε κα στν γίγαντα Τάλω, λλως, ρχαο ρομπτ πο περιφρουροσε τν Κρήτη. νδεχομένως π ατν τν σκοπι ν το κα κάποιου εδους καύσιμο (;).

Τό χρησιμοποιομε νοηματικά γιά νά κφράσουμε τό Θεϊκό, καί νά δείξουμε περοχή, ‘’ρέει χώρ μέσα του’’. Συμβολικά ,τό νώτερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: